Τίμων: Εμπρός, δικέλλι μου, λάβε θάρρος για χάρη μου και μην κουραστείς να βγάλεις στο φως το θησαυρό από της γης τα βάθη. Ω Δία θαυματουργέ και αγαπητοί Κορύβαντες και Ερμή κερδώε, από που ξεφύτρωσε τόσο χρυσάφι; Λες να είναι αυτό ένα όνειρο; Φοβούμαι αλήθεια μήπως ξυπνήσω και βρω άνθρακες
Κι όμως είναι χρυσάφι, κομμένο νόμισμα, κοκκινωπό, βαρύ και γλυκύτατο στην όψη. Ω χρυσάφι, το πιο ωραίο πράγμα που οι άνθρωποι καλοδέχονται. Σαν φλόγα λαμπερή θαμπώνεις νύχτα και μέρα τα μάτια. Έλα φίλτατο και περιπόθητο...
Κι όμως είναι χρυσάφι, κομμένο νόμισμα, κοκκινωπό, βαρύ και γλυκύτατο στην όψη. Ω χρυσάφι, το πιο ωραίο πράγμα που οι άνθρωποι καλοδέχονται. Σαν φλόγα λαμπερή θαμπώνεις νύχτα και μέρα τα μάτια. Έλα φίλτατο και περιπόθητο...